Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kulturkritisch
01
πολιτισμικά κριτικός, κριτικός του πολιτισμού
Die kritische Auseinandersetzung mit gesellschaftlichen Normen, Werten oder kulturellen Phänomenen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Adornos kulturkritische Schriften prägten die Frankfurter Schule.
Τα πολιτισμικά κριτικά γραπτά του Αντόρνο διαμόρφωσαν τη Φρανκφουρτιανή Σχολή.
Λεξικό Δέντρο
kulturkritisch
kultur
kritisch



























