kreuzen
kreuzen
kʁɔʏ̯tsn
krawutsn

Ορισμός και σημασία του "kreuzen"στα γερμανικά

kreuzen
01

περιπλανιέμαι, τριγυρίζω

Sich durch ein Gebiet bewegen, ohne ein genaues Ziel zu haben 
kreuzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
kreuze
γ΄ ενικό πρόσωπο
kreuzt
ενεστώτα μετοχή
kreuzend
απλός αόριστος
kreuzte
παθητική μετοχή
gekreuzt
Παραδείγματα
Wir kreuzten stundenlang durch die Altstadt. 

Περιπλανηθήκαμε για ώρες στην παλιά πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store