Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kreuzen
[past form: kreuzte]
01
περιπλανιέμαι, τριγυρίζω
Sich durch ein Gebiet bewegen, ohne ein genaues Ziel zu haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
kreuze
γ΄ ενικό πρόσωπο
kreuzt
ενεστώτα μετοχή
kreuzend
απλός αόριστος
kreuzte
παθητική μετοχή
gekreuzt
Παραδείγματα
Am Wochenende kreuzen viele Autos durch die Innenstadt.
Τα σαββατοκύριακα, πολλά αυτοκίνητα διασχίζουν το κέντρο της πόλης.



























