kreuzen
Pronunciation
/ˈkʁɔɪ̯t͡sn̩/

Ορισμός και σημασία του "kreuzen"στα γερμανικά

kreuzen
[past form: kreuzte]
01

περιπλανιέμαι, τριγυρίζω

Sich durch ein Gebiet bewegen, ohne ein genaues Ziel zu haben
kreuzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
kreuze
γ΄ ενικό πρόσωπο
kreuzt
ενεστώτα μετοχή
kreuzend
απλός αόριστος
kreuzte
παθητική μετοχή
gekreuzt
Παραδείγματα
Am Wochenende kreuzen viele Autos durch die Innenstadt.
Τα σαββατοκύριακα, πολλά αυτοκίνητα διασχίζουν το κέντρο της πόλης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store