die kreuzung
kreuzung
kʁɔɪ̯tsʊng
kroytsoong
kreuzigung

Ορισμός και σημασία του "kreuzung"στα γερμανικά

01

διασταύρωση, σταυροδρόμι

Der Ort, wo zwei oder mehr Straßen sich treffen 
die Kreuzung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Kreuzungen
γενική πτώση
Kreuzung
Παραδείγματα
Die Kreuzung ist groß. 

Η διασταύρωση είναι μεγάλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store