Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Kreuz
[gender: neuter]
01
σταυρός, σταυροειδές
Das zentrale Heilsymbol, das an die Kreuzigung Jesu erinnert, bestehend aus senkrechtem und waagerechtem Balken
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Kreuzes
πληθυντικός τύπος
Kreuze
Παραδείγματα
Sie trug eine Halskette mit einem goldenen Kreuz.
Φορούσε ένα κολιέ με έναν χρυσό σταυρό.
02
σταυρός, διασταύρωση
aus zwei sich rechtwinklig schneidenden Linien bestehende geometrische Form
Παραδείγματα
Historisch gesehen symbolisiert das Kreuz sowohl den Tod als auch das Leben.
Ο σταυρός συμβολίζει ιστορικά τόσο τον θάνατο όσο και τη ζωή.



























