knurren

Ορισμός και σημασία του "knurren"στα γερμανικά

knurren
01

γρυλίζω, μουρμουρίζω

Ein tiefes, unfreundliches Geräusch machen, oft von Tieren
knurren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
knurre
γ΄ ενικό πρόσωπο
knurrt
ενεστώτα μετοχή
knurrend
απλός αόριστος
knurrte
παθητική μετοχή
geknurrt
Παραδείγματα
Das Auto knurrte, als es gestartet wurde.
Το αυτοκίνητο γρύλισε όταν ξεκίνησε.
02

μουρμουρίζω

sich leise und ärgerlich beschweren
Παραδείγματα
Er knurrte über das schlechte Wetter.
Μουρμούρισε για τον κακό καιρό.
03

βουίζω, γρυλίζω

ein tiefes Geräusch machen, meist vor Hunger, besonders vom Magen
Παραδείγματα
Das Knurren des Magens war peinlich laut.
Ο γουργούρισμα του στομάχου ήταν ντροπιαστικά δυνατό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store