Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
knurren
01
γρυλίζω, μουρμουρίζω
Ein tiefes, unfreundliches Geräusch machen, oft von Tieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
knurre
γ΄ ενικό πρόσωπο
knurrt
ενεστώτα μετοχή
knurrend
απλός αόριστος
knurrte
παθητική μετοχή
geknurrt
Παραδείγματα
Der Hund knurrt, wenn er sich bedroht fühlt.
Ο σκύλος γρυλίζει όταν αισθάνεται απειλή.
02
μουρμουρίζω
sich leise und ärgerlich beschweren
Παραδείγματα
Er knurrte über die vielen Aufgaben.
Μουρμούρισε για τις πολλές εργασίες.
03
βουίζω, γρυλίζω
ein tiefes Geräusch machen, meist vor Hunger, besonders vom Magen
Παραδείγματα
Sein Magen knurrte laut.
Το στομάχι του βούιζε δυνατά.



























