Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Knochen
[gender: masculine]
01
κόκαλο, κόκαλο
Harter Teil des Körpers, der das Skelett bildet
Παραδείγματα
Der Knochen heilt langsam.
Το οστό επουλώνεται αργά.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κόκαλο, κόκαλο