Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
knapp
01
σπάνιος, ανεπαρκής
In ungenügender Menge vorhanden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am knappsten
συγκριτικός βαθμός
knapper
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Trinkwasser ist in dieser Region knapp.
Το πόσιμο νερό είναι σπάνιο σε αυτήν την περιοχή.
02
ανεπαρκής, περιορισμένος
Etwas geringer als erforderlich oder erwartet
Παραδείγματα
Der Abflug ist in knapp einer Stunde.
Η αναχώρηση είναι σε σχεδόν μία ώρα.



























