Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
knapp
01
σπάνιος, ανεπαρκής
In ungenügender Menge vorhanden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am knappsten
συγκριτικός βαθμός
knapper
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Diese Bücher sind inzwischen knapp geworden.
Αυτά τα βιβλία έχουν γίνει σπάνια εν τω μεταξύ.
02
ανεπαρκής, περιορισμένος
Etwas geringer als erforderlich oder erwartet
Παραδείγματα
Sie kaufte für knapp 50 Euro ein.
Αγόρασε για σχεδόν 50 ευρώ.



























