der Kloß
Pronunciation
/kloːs/
Knödel

Ορισμός και σημασία του "kloß"στα γερμανικά

Der Kloß
[gender: masculine]
01

κνέδα, κεφτέδα

Eine runde, meist gekochte Masse aus Kartoffeln, Mehl oder Brot
der Kloß definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Kloßes
πληθυντικός τύπος
Klöße
Παραδείγματα
Der Kloß zerfiel beim Kochen nicht.
Ο κλούβας δεν διαλύθηκε κατά τη διάρκεια του μαγειρέματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store