klein
klein
klaɛn
klaen

Ορισμός και σημασία του "klein"στα γερμανικά

01

μικρός, μικρούτσικος

Von geringer räumlicher Ausdehnung 
klein definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
kleinste-
συγκριτικός βαθμός
kleiner
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das ist ein kleines Haus. 

Αυτό είναι ένα μικρό σπίτι.

02

μικρός

Nicht groß gewachsen 
klein definition and meaning
Παραδείγματα
Meine Schwester ist klein. 

Η αδερφή μου είναι μικρή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store