Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kleintransporter
01
kleines Transportfahrzeug für Waren oder mehrere Personen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Kleintransporters
πληθυντικός τύπος
Kleintransporter
Παραδείγματα
Der Kleintransporter verbraucht weniger Benzin als ein großer LKW.



























