Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
klarmachen
[past form: machte klar]
01
εξηγώ ξεκάθαρα, καθιστώ κατανοητό
Jemandem etwas deutlich erklären oder verständlich machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
klar
βασικό ρήμα
machen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
mache klar
γ΄ ενικό πρόσωπο
macht klar
ενεστώτα μετοχή
klarmachend
απλός αόριστος
machte klar
παθητική μετοχή
klargemacht
Παραδείγματα
Der Lehrer machte die Aufgabe den Schülern klar.
Ο δάσκαλος ξεκαθάρισε την εργασία στους μαθητές.



























