Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Klang
[gender: masculine]
01
ήχος, θόρυβος
Das Geräusch oder der Ton, den etwas erzeugt
Παραδείγματα
Der Klang der Glocken erfüllte die ganze Stadt.
Ο ήχος των καμπανών γέμιζε όλη την πόλη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ήχος, θόρυβος