klappen
klappen
klapɐn
klapn
kappenklappern

Ορισμός και σημασία του "klappen"στα γερμανικά

klappen
01

επιτυγχάνω, πηγαίνω καλά

Wie geplant funktionieren 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klappe
γ΄ ενικό πρόσωπο
klappt
ενεστώτα μετοχή
klappend
απλός αόριστος
klappte
παθητική μετοχή
geklappt
Παραδείγματα
Unser Projekt ist perfekt geklappt! 

Το έργο μας πέτυχε τέλεια!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store