Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
klappen
[past form: klappte]
01
επιτυγχάνω, πηγαίνω καλά
Wie geplant funktionieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klappe
γ΄ ενικό πρόσωπο
klappt
ενεστώτα μετοχή
klappend
απλός αόριστος
klappte
παθητική μετοχή
geklappt
Παραδείγματα
Hoffentlich klappt der Umzug morgen.
Ελπίζω η μετακόμιση να προχωρήσει καλά αύριο.



























