Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
integrieren
[past form: integrierte]
01
ενσωματώνω, ενοποιώ
Etwas oder jemanden in ein größeres Ganzes einbinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
integriere
γ΄ ενικό πρόσωπο
integriert
ενεστώτα μετοχή
integrierend
απλός αόριστος
integrierte
παθητική μετοχή
integriert
Παραδείγματα
Er konnte sich gut in die Gruppe integrieren.
Μπόρεσε να ενσωματωθεί καλά στην ομάδα.



























