Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Intelligenz
[gender: feminine]
01
νοημοσύνη, διανοητική ικανότητα
Die Fähigkeit, Informationen schnell zu verstehen, zu lernen und Probleme zu lösen
Παραδείγματα
Die Intelligenz eines Menschen ist vielfältig.
Η νοημοσύνη ενός ατόμου είναι ποικίλη.


























