Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Integration
01
ενσωμάτωση, αφομοίωση
Der Prozess, bei dem sich Individuen oder Gruppen in eine größere Gemeinschaft einfügen und gleichberechtigt teilhaben
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Integration
πληθυντικός τύπος
Integrationen
Παραδείγματα
Die Integration der Märkte fördert das Wirtschaftswachstum.
Η ενσωμάτωση των αγορών προωθεί την οικονομική ανάπτυξη.
Λεξικό Δέντρο
integration
integrate



























