Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Integration
01
ενσωμάτωση, αφομοίωση
Der Prozess, bei dem sich Individuen oder Gruppen in eine größere Gemeinschaft einfügen und gleichberechtigt teilhaben
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Integrationen
γενική πτώση
Integration
Παραδείγματα
Die Integration von Geflüchteten erfordert Sprachkurse und Arbeitsmöglichkeiten.
Η ενσωμάτωση των προσφύγων απαιτεί μαθήματα γλώσσας και ευκαιρίες εργασίας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
integration
integrate



























