Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
institutionalisieren
01
θεσμοθετώ, μετατρέπω σε θεσμικές δομές
Soziale Dienstleistungen in feste Strukturen mit professionellen Standards überführen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
institutionalisere
γ΄ ενικό πρόσωπο
institutionalisiert
ενεστώτα μετοχή
institutionalisierend
απλός αόριστος
institutionalisierte
παθητική μετοχή
institutionalisiert
Παραδείγματα
Die Regierung will frühkindliche Bildung institutionalisieren.
Η κυβέρνηση θέλει να θεσμοθετήσει την προσχολική εκπαίδευση.



























