Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hüpfen
[past form: hüpfte]
01
χοροπηδώ, πηδώ ελαφρά
Sich mit kleinen, leichten Sprüngen bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
hüpfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
hüpft
ενεστώτα μετοχή
hüpfend
απλός αόριστος
hüpfte
παθητική μετοχή
gehüpft
Παραδείγματα
Hüpf mal auf einem Bein!
Πήδα λίγο σε ένα πόδι !



























