hüpfen
Pronunciation
/hˈʏpfən/

Ορισμός και σημασία του "hüpfen"στα γερμανικά

hüpfen
01

χοροπηδώ, πηδώ ελαφρά

Sich mit kleinen, leichten Sprüngen bewegen
hüpfen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
hüpfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
hüpft
ενεστώτα μετοχή
hüpfend
απλός αόριστος
hüpfte
παθητική μετοχή
gehüpft
Παραδείγματα
Hüpf mal auf einem Bein!
Πήδα λίγο σε ένα πόδι !
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store