Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der ICE
[gender: masculine]
01
υψηλής ταχύτητας τρένο, ταχύς σιδηρόδρομος
Ein schneller Fernzug in Deutschland, der große Städte miteinander verbindet
Παραδείγματα
Der ICE hat WLAN und Steckdosen für die Fahrgäste.
Το ICE διαθέτει Wi-Fi και πρίζες για τους επιβάτες.


























