der ice
i
ˈa:
a
ce
tse:
tse

Ορισμός και σημασία του "ICE"στα γερμανικά

01

υψηλής ταχύτητας τρένο, ταχύς σιδηρόδρομος

Ein schneller Fernzug in Deutschland, der große Städte miteinander verbindet 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ICE
γενική πτώση
ICE
Παραδείγματα
Der ICE fährt mit hoher Geschwindigkeit. 

Το ICE κινείται με υψηλή ταχύτητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store