Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Hühnersuppe
[gender: feminine]
01
κοτόσουπα, ζωμός κοτόπουλου
Eine Suppe aus Huhn, Gemüse und Brühe
Παραδείγματα
Hühnersuppe hilft oft bei Erkältungen.
Κοτόσουπα βοηθά συχνά στα κρυολογήματα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κοτόσουπα, ζωμός κοτόπουλου