hübsch
Pronunciation
/hʏpʃ/

Ορισμός και σημασία του "hübsch"στα γερμανικά

01

όμορφος, χαριτωμένος

Attraktiv oder angenehm im Aussehen
hübsch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am hübschesten
συγκριτικός βαθμός
hübscher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Stadt ist besonders hübsch im Winter.
Η πόλη είναι ιδιαίτερα όμορφη το χειμώνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store