die Hühnersuppe
Pronunciation
/ˈhyːnɐˌzʊpə/

Ορισμός και σημασία του "hühnersuppe"στα γερμανικά

Die Hühnersuppe
[gender: feminine]
01

κοτόσουπα, ζωμός κοτόπουλου

Eine Suppe aus Huhn, Gemüse und Brühe
die Hühnersuppe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
hühnersuppe
πληθυντικός τύπος
hühnersuppen
Παραδείγματα
Hühnersuppe hilft oft bei Erkältungen.
Κοτόσουπα βοηθά συχνά στα κρυολογήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store