Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hängen
01
κρέμομαι, είμαι κρεμασμένος
An einem Ort befestigt sein und nicht fallen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hänge
γ΄ ενικό πρόσωπο
hängt
ενεστώτα μετοχή
hängend
απλός αόριστος
hing
παθητική μετοχή
gehangen
Παραδείγματα
Das Bild hängt an der Wand.
Η εικόνα κρέμεται στον τοίχο.
02
κρεμάω, κρεμώ
Etwas an einem Ort befestigen, sodass es hängt
Παραδείγματα
Ich hänge das Bild an die Wand.
Κρεμώ την εικόνα στον τοίχο.



























