hängen
hän
ˈhɛn
hen
gen
gən
gēn
drängen

Ορισμός και σημασία του "hängen"στα γερμανικά

hängen
01

κρέμομαι, είμαι κρεμασμένος

An einem Ort befestigt sein und nicht fallen 
hängen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hänge
γ΄ ενικό πρόσωπο
hängt
ενεστώτα μετοχή
hängend
απλός αόριστος
hing
παθητική μετοχή
gehangen
Παραδείγματα
Das Bild hängt an der Wand. 

Η εικόνα κρέμεται στον τοίχο.

02

κρεμάω, κρεμώ

Etwas an einem Ort befestigen, sodass es hängt 
hängen definition and meaning
Παραδείγματα
Ich hänge das Bild an die Wand. 

Κρεμώ την εικόνα στον τοίχο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store