die hälfte
hälf
ˈhɛlf
helf
te
elfte

Ορισμός και σημασία του "hälfte"στα γερμανικά

01

μισό, μισός

Einer von zwei gleichen Teilen, in die etwas geteilt ist 
die Hälfte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Hälften
γενική πτώση
Hälfte
Παραδείγματα
Ich habe die Hälfte des Kuchens gegessen. 

Έφαγα το μισό της τούρτας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store