Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Härte
01
σκληρότητα, αντοχή
Der Widerstand eines Materials gegen Verformung oder Beschädigung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Härte
πληθυντικός τύπος
Härten
Παραδείγματα
Die Härte des Stahls macht ihn ideal für Werkzeuge.
Η σκληρότητα του χάλυβα τον κάνει ιδανικό για εργαλεία.



























