die härte
härte
hɛɐ̯tə
hetē
hirte

Ορισμός και σημασία του "härte"στα γερμανικά

01

σκληρότητα, αντοχή

Der Widerstand eines Materials gegen Verformung oder Beschädigung 
die Härte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Härten
γενική πτώση
Härte
Παραδείγματα
Die Härte des Stahls macht ihn ideal für Werkzeuge. 

Η σκληρότητα του χάλυβα τον κάνει ιδανικό για εργαλεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store