Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Hypothese
[gender: feminine]
01
υπόθεση, εικασία
Eine wissenschaftliche Annahme, die noch nicht bewiesen ist
Παραδείγματα
Ohne Daten bleibt es eine bloße Hypothese.
Χωρίς δεδομένα, παραμένει μια απλή υπόθεση.


























