die Hypothese
Pronunciation
/ˌhypoˈteːzə/

Ορισμός και σημασία του "hypothese"στα γερμανικά

01

υπόθεση, εικασία

Eine wissenschaftliche Annahme, die noch nicht bewiesen ist
die Hypothese definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Hypothese
πληθυντικός τύπος
Hypothesen
Παραδείγματα
Ohne Daten bleibt es eine bloße Hypothese.
Χωρίς δεδομένα, παραμένει μια απλή υπόθεση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store