Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hinterlassen
01
αφήνω, αφήνω πίσω
Nach dem Weggehen oder Tod etwas zurücklassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
hinter
βασικό ρήμα
lassen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hinterlasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
hinterlässt
ενεστώτα μετοχή
hinterlassend
απλός αόριστος
hinterließ
παθητική μετοχή
hinterlassen
Παραδείγματα
Sein Brief hinterließ viele Fragen in mir.
Η επιστολή του άφησε πολλές ερωτήσεις μέσα μου.



























