hinterlassen
Pronunciation
/hɪntɐˈlasn̩/

Ορισμός και σημασία του "hinterlassen"στα γερμανικά

hinterlassen
01

αφήνω, αφήνω πίσω

Nach dem Weggehen oder Tod etwas zurücklassen
hinterlassen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
hinter
βασικό ρήμα
lassen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hinterlasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
hinterlässt
ενεστώτα μετοχή
hinterlassend
απλός αόριστος
hinterließ
παθητική μετοχή
hinterlassen
Παραδείγματα
Sein Brief hinterließ viele Fragen in mir.
Η επιστολή του άφησε πολλές ερωτήσεις μέσα μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store