Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Hausordnung
[gender: feminine]
01
εσωτερικός κανονισμός, κανόνες του σπιτιού
Regeln, die das Zusammenleben in einem Haus oder einer Wohnanlage bestimmen
Παραδείγματα
Wer gegen die Hausordnung verstößt, muss mit Konsequenzen rechnen.
Όποιος παραβιάζει τους κανόνες του σπιτιού πρέπει να αντιμετωπίσει τις συνέπειες.


























