Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Hausmeister
01
κηπουρός, θυρωρός
Person, die für die Pflege und Reparaturen in einem Gebäude zuständig ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Hausmeister
αρσενικό ενικό
Hausmeister
θηλυκό ενικό
Hausmeisterin
neutral form
Hausverwaltungspersonal
γενική πτώση
Hausmeisters
Παραδείγματα
Der Hausmeister repariert den kaputten Aufzug.
Ο επιστάτης επισκευάζει τον χαλασμένο ασανσέρ.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hausmeister
haus
meister



























