Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Haushalt
01
οικιακές εργασίες, δουλειές του σπιτιού
Die Arbeiten im Haus (putzen, waschen, kochen)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Haushalt(e)s
πληθυντικός τύπος
Haushalte
Παραδείγματα
Ich mache heute den Haushalt.
Σήμερα κάνω τις οικιακές εργασίες.



























