der haushalt
haushalt
haʊ̯shalt
hawshalt

Ορισμός και σημασία του "haushalt"στα γερμανικά

01

οικιακές εργασίες, δουλειές του σπιτιού

Die Arbeiten im Haus (putzen, waschen, kochen) 
der Haushalt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Haushalt(e)s
πληθυντικός τύπος
Haushalte
Παραδείγματα
Ich mache heute den Haushalt. 

Σήμερα κάνω τις οικιακές εργασίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store