der hausmüll
hausmüll
haʊ̯smʏl
hawsmul

Ορισμός και σημασία του "hausmüll"στα γερμανικά

01

οικιακά απόβλητα, οικιακά σκουπίδια

Abfall, der im Haushalt entsteht, wie Essensreste und Verpackungen 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Hausmülls
Παραδείγματα
Der Hausmüll wird einmal pro Woche abgeholt. 

Τα οικιακά απορρίμματα συλλέγονται μία φορά την εβδομάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store