Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Hausmeister
[gender: masculine]
01
κηπουρός, θυρωρός
Person, die für die Pflege und Reparaturen in einem Gebäude zuständig ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Hausmeisters
πληθυντικός τύπος
Hausmeister
Παραδείγματα
Der Hausmeister ist immer freundlich und hilfsbereit.
Ο επιστάτης είναι πάντα φιλικός και εξυπηρετικός.
Λεξικό Δέντρο
hausmeister
haus
meister



























