der Hausmeister
Pronunciation
/ˈhaʊ̯sˌmaɪ̯stɐ/

Ορισμός και σημασία του "hausmeister"στα γερμανικά

Der Hausmeister
[gender: masculine]
01

κηπουρός, θυρωρός

Person, die für die Pflege und Reparaturen in einem Gebäude zuständig ist
der Hausmeister definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Hausmeisters
πληθυντικός τύπος
Hausmeister
Παραδείγματα
Der Hausmeister ist immer freundlich und hilfsbereit.
Ο επιστάτης είναι πάντα φιλικός και εξυπηρετικός.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store