nnen
ˈgœ
goe
nnen
nən
nēn
können

Ορισμός και σημασία του "gönnen"στα γερμανικά

gönnen
01

επιτρέπω στον εαυτό μου, κάνω δώρο στον εαυτό μου

Sich oder anderen etwas Angenehmes erlauben, ohne schlechtes Gewissen 
gönnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gönne
γ΄ ενικό πρόσωπο
gönnt
ενεστώτα μετοχή
gönnend
απλός αόριστος
gönnte
παθητική μετοχή
gegönnt
Παραδείγματα
Ich gönne mir heute ein Stück Schokolade. 

Σήμερα επιτρέπω στον εαυτό μου ένα κομμάτι σοκολάτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store