Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gönnen
01
επιτρέπω στον εαυτό μου, κάνω δώρο στον εαυτό μου
Sich oder anderen etwas Angenehmes erlauben, ohne schlechtes Gewissen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gönne
γ΄ ενικό πρόσωπο
gönnt
ενεστώτα μετοχή
gönnend
απλός αόριστος
gönnte
παθητική μετοχή
gegönnt
Παραδείγματα
Ich gönne mir heute ein Stück Schokolade.
Σήμερα επιτρέπω στον εαυτό μου ένα κομμάτι σοκολάτα.



























