Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Gärtner
[female form: Gärtnerin][gender: masculine]
01
κηπουρός, κτηματοφύλακας
Eine Person, die beruflich oder privat Pflanzen anbaut und Gärten pflegt
Παραδείγματα
Der Gärtner gibt mir Tipps für Rosenpflege.
Ο κηπουρός μου δίνει συμβουλές για τη φροντίδα των τριαντάφυλλων.


























