günstig
güns
ˈgʏns
guns
tig
tɪk
tik

Ορισμός και σημασία του "günstig"στα γερμανικά

01

προσβάσιμος, οικονομικός

Nicht teuer im Verhältnis zur Qualität 
günstig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am günstigsten
συγκριτικός βαθμός
günstiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Preis, Wert, Kauf
Παραδείγματα
Die Wohnung ist sehr günstig. 

Το διαμέρισμα είναι πολύ προσιτό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store