Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
großschreiben
[past form: schrieb groß]
01
γράφω με κεφαλαίο γράμμα, χρησιμοποιώ κεφαλαίο γράμμα
Ein Wort mit einem Großbuchstaben am Anfang schreiben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schreibe groß
γ΄ ενικό πρόσωπο
schreibt groß
ενεστώτα μετοχή
großschreibend
απλός αόριστος
schrieb groß
παθητική μετοχή
großgeschrieben
Παραδείγματα
Er hat alle Namen im Text großgeschrieben.
Έχει γράψει με κεφαλαίο γράμμα όλα τα ονόματα στο κείμενο.



























