Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Geschäftsreise
[gender: feminine]
01
επαγγελματικό ταξίδι, επιχειρηματικό ταξίδι
Eine Reise, die beruflich oder geschäftlich unternommen wird
Παραδείγματα
Auf Geschäftsreise arbeitet man oft lange Stunden.
Σε επαγγελματικό ταξίδι, οι άνθρωποι συχνά εργάζονται για πολλές ώρες.


























