geringfügig
Pronunciation
/ɡərˈɪŋfyːɡˌɪç/

Ορισμός και σημασία του "geringfügig"στα γερμανικά

geringfügig
01

ασήμαντος, ελάχιστος

Sehr klein oder unbedeutend in Menge, Ausmaß oder Bedeutung
geringfügig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am geringfügigsten
συγκριτικός βαθμός
geringfügiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Ergebnisse zeigen geringfügige Abweichungen.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ασήμαντες αποκλίσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store