Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
geringfügig
01
ασήμαντος, ελάχιστος
Sehr klein oder unbedeutend in Menge, Ausmaß oder Bedeutung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am geringfügigsten
συγκριτικός βαθμός
geringfügiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Es gab nur geringfügige Schäden nach dem Sturm.
Υπήρχαν μόνο ελαφριές ζημιές μετά την καταιγίδα.



























