Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
geringfügig
01
ασήμαντος, ελάχιστος
Sehr klein oder unbedeutend in Menge, Ausmaß oder Bedeutung
Παραδείγματα
Die Ergebnisse zeigen geringfügige Abweichungen.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ασήμαντες αποκλίσεις.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ασήμαντος, ελάχιστος