das gericht
ge
ˈge:
ge
richt
ʁɪçt
richt
gewichtgerechtgerüchtgedicht

Ορισμός και σημασία του "gericht"στα γερμανικά

01

δικαστήριο, δικαστική αρχή

Ort, an dem Richter über Recht und Unrecht entscheiden 
das Gericht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Gerichte
γενική πτώση
Gericht(e)s
Παραδείγματα
Er muss vor Gericht gehen. 

Πρέπει να πάει στο δικαστήριο.

02

πιάτο, φαγητό

Zubereitetes Essen, oft ein Teil einer Mahlzeit 
das Gericht definition and meaning
Παραδείγματα
Mein Lieblingsgericht ist Pizza. 

Το αγαπημένο μου πιάτο είναι η πίτσα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store