Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gehören
01
ανήκω, αποτελώ μέρος
Im Besitz von jemandem sein oder zu etwas zählen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ge
βασικό ρήμα
hören
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gehöre
γ΄ ενικό πρόσωπο
gehört
ενεστώτα μετοχή
gehörend
απλός αόριστος
gehörte
παθητική μετοχή
gehört
Παραδείγματα
Der Hund gehört zu dieser Familie.
Ο σκύλος ανήκει σε αυτήν την οικογένεια.



























