gehören
gehören
gəhø:ɐ̯n
gēheun
gehörn

Ορισμός και σημασία του "gehören"στα γερμανικά

gehören
01

ανήκω, αποτελώ μέρος

Im Besitz von jemandem sein oder zu etwas zählen 
gehören definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ge
βασικό ρήμα
hören
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gehöre
γ΄ ενικό πρόσωπο
gehört
ενεστώτα μετοχή
gehörend
απλός αόριστος
gehörte
παθητική μετοχή
gehört
Παραδείγματα
Das Buch gehört mir. 

Το βιβλίο μου ανήκει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store