das gebäude
gebä
ˈgəb
gēb
u
ɔʏ
awu
de
gebärde

Ορισμός και σημασία του "gebäude"στα γερμανικά

01

κτίριο, οικοδόμημα

Eine feste, überdachte Konstruktion aus Mauern, in der Menschen leben oder arbeiten 
das Gebäude definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Gebäudes
πληθυντικός τύπος
Gebäude
Παραδείγματα
Das neue Gebäude hat fünf Stockwerke. 

Το νέο κτίριο έχει πέντε ορόφους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store