Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Gedanke
[gender: masculine]
01
σκέψη, ιδέα
Etwas, das im Kopf gedacht oder überlegt wird
Παραδείγματα
Der Gedanke an die Zukunft beschäftigt mich.
Η σκέψη για το μέλλον με απασχολεί.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σκέψη, ιδέα