der gedanke
ge
dan
ˈdan
dan
ke
krankerprankedanke

Ορισμός και σημασία του "gedanke"στα γερμανικά

01

σκέψη, ιδέα

Etwas, das im Kopf gedacht oder überlegt wird 
der Gedanke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Gedanken(s)
πληθυντικός τύπος
Gedanken
Παραδείγματα
Der Gedanke an den Urlaub macht mich glücklich. 

Η σκέψη για τις διακοπές με κάνει ευτυχισμένο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store