das gebäck
ge
bäck
ˈbɛk
bek
gepäckgebälk

Ορισμός και σημασία του "gebäck"στα γερμανικά

01

ζαχαροπλαστική, γλυκά αρτοσκευάσματα

Gebäck sind verschiedene kleine, süße Backwaren 
das Gebäck definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Gebäcke
γενική πτώση
Gebäck(e)s
Παραδείγματα
Zum Kaffee gibt es frisches Gebäck. 

Με τον καφέ, υπάρχουν φρέσκα γλυκά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store