Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
füttern
01
ταΐζω, τρέφω
Einem Tier, einem Baby oder einer hilfsbedürftigen Person Nahrung geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
füttere
γ΄ ενικό πρόσωπο
füttert
ενεστώτα μετοχή
fütternd
απλός αόριστος
fütterte
παθητική μετοχή
gefüttert
Παραδείγματα
Sie füttert die Enten am Teich.
Αυτή ταΐζει τις πάπιες στη λίμνη.



























