färben
färben
fɛʁbm
ferbm
werbenerbenbewerben

Ορισμός και σημασία του "färben"στα γερμανικά

färben
01

βάφω, χρωματίζω

Etwas mit Farbe behandeln, um die Farbe zu ändern 
färben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
färbe
γ΄ ενικό πρόσωπο
färbt
ενεστώτα μετοχή
färbend
απλός αόριστος
färbte
παθητική μετοχή
gefärbt
Παραδείγματα
Ich färbe meine Haare blond. 

Βάφω τα μαλλιά μου ξανθά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store