Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
färben
[past form: färbte]
01
βάφω, χρωματίζω
Etwas mit Farbe behandeln, um die Farbe zu ändern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
färbe
γ΄ ενικό πρόσωπο
färbt
ενεστώτα μετοχή
färbend
απλός αόριστος
färbte
παθητική μετοχή
gefärbt
Παραδείγματα
Die Künstlerin färbt Stoffe mit natürlichen Farben.
Η καλλιτέχνις βάφει υφάσματα με φυσικά χρώματα.



























