färben
Pronunciation
/ˈfɛʁbn̩/

Ορισμός και σημασία του "färben"στα γερμανικά

färben
[past form: färbte]
01

βάφω, χρωματίζω

Etwas mit Farbe behandeln, um die Farbe zu ändern
färben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
färbe
γ΄ ενικό πρόσωπο
färbt
ενεστώτα μετοχή
färbend
απλός αόριστος
färbte
παθητική μετοχή
gefärbt
Παραδείγματα
Die Künstlerin färbt Stoffe mit natürlichen Farben.
Η καλλιτέχνις βάφει υφάσματα με φυσικά χρώματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store