Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flüstern
[past form: flüsterte]
01
ψιθυρίζω, μουρμουρίζω
Sehr leise sprechen, sodass nur nahe Personen es hören können
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
flüstere
γ΄ ενικό πρόσωπο
flüstert
ενεστώτα μετοχή
flüsternd
απλός αόριστος
flüsterte
παθητική μετοχή
geflüstert
Παραδείγματα
Warum flüsterst du? Ist etwas passiert?
Γιατί ψιθυρίζεις; Έγινε κάτι;



























