flüstern
flüstern
fly:stɐn
flystn
flattern

Ορισμός και σημασία του "flüstern"στα γερμανικά

flüstern
01

ψιθυρίζω, μουρμουρίζω

Sehr leise sprechen, sodass nur nahe Personen es hören können 
flüstern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
flüstere
γ΄ ενικό πρόσωπο
flüstert
ενεστώτα μετοχή
flüsternd
απλός αόριστος
flüsterte
παθητική μετοχή
geflüstert
Παραδείγματα
Sie flüsterten im Kino, um niemanden zu stören. 

Αυτοί ψιθύριζαν στον κινηματογράφο για να μην ενοχλήσουν κανέναν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store