Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Fläche
[gender: feminine]
01
επιφάνεια, εμβαδόν
Die Oberfläche eines Gebiets oder Objekts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Fläche
πληθυντικός τύπος
Flächen
Παραδείγματα
Die Fläche ist mit Wasser bedeckt.
Η επιφάνεια είναι καλυμμένη με νερό.



























