Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Flüssigkeit
[gender: feminine]
01
υγρό
Ein Stoff, der keine feste Form hat, sich anpasst und fließt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Flüssigkeit
πληθυντικός τύπος
Flüssigkeiten
Παραδείγματα
Vorsicht! Die Flüssigkeit ist heiß.
Προσοχή! Το υγρό είναι ζεστό.



























