die flüssigkeit
flüssigkeit
flʏsɪkaɪ̯t
flusikait

Ορισμός και σημασία του "flüssigkeit"στα γερμανικά

Die Flüssigkeit
01

υγρό

Ein Stoff, der keine feste Form hat, sich anpasst und fließt 
die Flüssigkeit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Flüssigkeiten
γενική πτώση
Flüssigkeit
Παραδείγματα
Wasser ist eine lebenswichtige Flüssigkeit. 

Το νερό είναι ένα απαραίτητο υγρό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store